Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019
 

Τα εκλογικά συστήματα που ισχύουν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση της Ευρώπης

Αναρτήθηκε: 27.05.2017

Της Κατερίνας Μήτσου, συνεργάτη ΚΕΔΕ

 

Με αφορμή την επερχόμενη μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ξεκίνησε ένας πολύ έντονος και μερικές φορές «επεισοδιακός» διάλογος, σχετικά με την αλλαγή του εκλογικού συστήματος στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Το Υπουργείο Εσωτερικών από τη μεριά του φαίνεται να επιμένει στην υιοθέτηση της απλής αναλογικής, τη στιγμή που η ΚΕΔΕ, με ψήφισμά της κατά το τελευταίο Ετήσιο Τακτικό Συνέδριο (Θεσσαλονίκη 2016), παρουσιάζεται αντίθετη στην όποια αλλαγή του εκλογικού συστήματος, τουλάχιστον πριν ολοκληρωθεί η συζήτηση για τη νέα μεταρρύθμιση. Συγκεκριμένα, η απόφαση του Ετήσιου Συνεδρίου τονίζει: «Η ΚΕΔΕ δεν συζητά την αλλαγή του εκλογικού συστήματος ανάδειξης των δημοτικών αρχών, πριν ολοκληρωθεί προηγουμένως ο διάλογος για τη μεταρρύθμιση του Κράτους. Η ΚΕΔΕ διαφωνεί με την προτεινόμενη από την Κυβέρνηση αλλαγή του εκλογικού συστήματος (απλή αναλογική), διότι αυτή οδηγεί, στην πράξη, σε ακυβερνησία και διάλυση των δήμων»…

Και ενώ η συζήτηση, όσον αφορά στην αλλαγή του εκλογικού νόμου, φαίνεται, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, να βρίσκεται σε αδιέξοδο, το παρόν κείμενο θα προσπαθήσει να παρουσιάσει εν συντομία τα εκλογικά συστήματα που ισχύουν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση της Ευρώπης και τις εμπειρίες που έχουν καταγραφεί στις ευρωπαϊκές τοπικές αρχές. Στόχος δεν είναι να γίνει απλώς μία καταγραφή της κατάστασης που επικρατεί ή να προσφερθεί έτοιμη τροφή για μία στείρα αντιγραφή στην ελληνική πραγματικότητα. Φιλοδοξία είναι το κείμενο να συνεισφέρει σε έναν ουσιαστικό διάλογο, πέρα από τα πολιτικά «παιχνίδια» που ενδεχομένως μπορεί να κρύβονται πίσω από την επιλογή του οποιουδήποτε εκλογικού συστήματος. Επιπλέον, θα αναδείξει πιθανές κατευθυντήριες γραμμές, που μπορούν να υιοθετηθούν στη διαμόρφωση ενός εκλογικού συστήματος, δίνοντας πρωταρχικό ρόλο σε ζητήματα όπως είναι η νομιμότητα και η αντιπροσωπευτικότητά του, οι ιδιαίτερες συνθήκες που χαρακτηρίζουν κάθε δήμο, αλλά και οι δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ των αντίθετων παρατάξεων, στη βάση της εξυπηρέτησης του κοινού, τοπικού συμφέροντος.

Για την παρουσίαση των εκλογικών συστημάτων της ευρωπαϊκής Τοπικής Αυτοδιοίκησης χρησιμοποιήθηκε η σχετική μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης[1] που έχει υιοθετηθεί και από τη Συντονιστική Επιτροπή Τοπικής και Περιφερειακής Δημοκρατίας. Επειδή υπάρχει ο κίνδυνος το κείμενο να μην θεωρηθεί σύγχρονο, μιας και δημοσιεύτηκε το 1999, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν έχει υπάρξει επικαιροποίηση από το Συμβούλιο της Ευρώπης, καθώς δεν έχουν σημειωθεί σημαντικές αλλαγές στις εκλογικές διαδικασίες. Ωστόσο, για να είναι όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη η παρουσίαση, έχουν ληφθεί αντίστοιχα στοιχεία και από την πρόσφατη (2016) μελέτη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Δήμων και Περιφερειών (CEMR)[2].

Το άρθρο θα διαρθρωθεί σε δύο μέρη. Στο πρώτο θα περιγράφουν κάποια βασικά κριτήρια αξιολόγησης των τοπικών εκλογικών συστημάτων, όπως επίσης και παράμετροι που επηρεάζουν τη διαμόρφωση τους. Το δεύτερο μέρος θα εστιάσει σε συγκεκριμένα θέματα ειδικού ενδιαφέροντος, όπως η εκλογή του Δημάρχου και θα παρουσιαστούν τα συγκριτικά στοιχεία από τα κράτη – μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Δήμων και Περιφερειών (CEMR).

Εκλογικό σύστημα & δημοκρατία

Το εκλογικό σύστημα, οι κανόνες δηλαδή που διέπουν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης, αποτελεί έναν από τους πιο ουσιαστικούς μηχανισμούς στα δημοκρατικά συστήματα. Το ίδιο φυσικά ισχύει και στο επίπεδο των τοπικών αρχών, όσον αφορά στη σχέση μεταξύ της τοπικής δημοκρατίας και του τοπικού εκλογικού συστήματος. Για το λόγο αυτό, το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Χάρτας Τοπικής Αυτοδιοίκησης καθορίζει ότι το δικαίωμα των τοπικών αρχών να ρυθμίζουν και να διαχειρίζονται τις δημόσιες υποθέσεις «ασκείται από συμβούλια ή συνελεύσεις αποτελούμενες από μέλη που εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία βάσει άμεσης, ισότιμης και καθολικής ψηφοφορίας».

Η εφαρμογή της αρχής αυτής δεν σημαίνει ότι πανομοιότυπες λύσεις πρέπει να υιοθετηθούν στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών, καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ανάλογα με τις πολιτισμικές παραδόσεις, αλλά και την ιστορική σχέση ανάμεσα στους πολίτες και τα πολιτικά κόμματα, διαμορφώνονται εκλογικά συστήματα με σημαντικές διαφορές. Επιπλέον, σε τοπικό επίπεδο, οι εκλογικές διαδικασίες επηρεάζονται εξίσου και από παράγοντες όπως το πληθυσμιακό μέγεθος, αλλά και οι τοπικές ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής, καθιστώντας το τοπικό εκλογικό σύστημα ιδιαίτερα πιο πολυπαραγοντικό. Παράλληλα όμως, και με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας του Συμβουλίου της Ευρώπης, μπορούμε να εντοπίσουμε και σημαντικές ομοιότητες ανάμεσα στα εκλογικά συστήματα των χωρών. Η πρώτη ουσιαστική ομοιότητα, είναι τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των εκλογών σε τοπικό επίπεδο.

Κριτήρια για τη αξιολόγηση των τοπικών εκλογικών συστημάτων

Η λογική των εκλογικών συστημάτων σε τοπικό επίπεδο είναι η ίδια με αυτή που επικρατεί και στα υψηλότερες βαθμίδες του πολιτικού συστήματος. Επομένως, όλες οι επιστημονικές πληροφορίες σχετικά με τα τεχνικά στοιχεία και τα αποτελέσματα του εκλογικού συστήματος σε εθνικό επίπεδο, μπορούν να εφαρμοστούν και στο τοπικό. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν κυρίως στην αντιπροσώπευση, ήτοι το πλειοψηφικό έναντι του αναλογικού συστήματος εκπροσώπησης, χωρίς όμως να αποκλείουν και άλλες παραμέτρους, όπως είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής, το μέγεθος της τοπικής ενότητας, αλλά και το μέγεθος του πληθυσμού. Τα βασικά αξιολογικά κριτήρια για τα εκλογικά συστήματα είναι τα παρακάτω:

Αντιπροσώπευση

Αντιπροσώπευση σημαίνει να εκπροσωπούνται επαρκώς τα κοινωνικά συμφέροντα και οι πολιτικές απόψεις στα αντιπροσωπευτικά όργανα και όχι απλώς τα πολιτικά κόμματα και οι κομματικοί συνδυασμοί. Το κριτήριο αυτό έχει διπλό νόημα. Αφενός, σημαίνει αντιπροσώπευση για όλους, με τρόπο που ικανοποιεί, διάφορες ομάδες (για παράδειγμα μειονότητες και γυναίκες), ενώ αφετέρου, η δίκαιη αντιπροσώπευση σημαίνει εκπροσώπηση που είναι κατά το μάλλον ή ήττον ανάλογη με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της περιοχής, δηλαδή μια δίκαιη σχέση μεταξύ εδρών και ψήφων. Ο υψηλός βαθμός δυσαναλογίας μεταξύ εδρών και ψήφων θεωρείται προβληματικός.

Συγκέντρωση

Η συγκέντρωση αναφέρεται στη συσσωμάτωση των κοινωνικών συμφερόντων και των πολιτικών απόψεων. Οι εκλογές νοούνται ως πράξη πολιτικής βούλησης και όχι ως μορφή αντιγραφής ή μέτρησης των κυρίαρχων απόψεων του πληθυσμού. Η ικανότητα συσσωμάτωσης σε ένα εκλογικό σύστημα καθορίζεται από τις ακόλουθες δύο παραμέτρους: τον αριθμό ή τη μείωση του αριθμού των κομμάτων, που συγκεντρώνουν έδρες και τη δημιουργία μιας σταθερής διακυβέρνησης, με βάση την πλειοψηφία που σχηματίζεται από ένα κόμμα ή έναν συνασπισμό. Πολυκομματικά συστήματα που οδηγούν σε ασταθή κυβέρνηση αντιμετωπίζονται συνήθως ως προβληματικά.

Συμμετοχή

Η ιδέα της συμμετοχής δεν εμφανίζεται εδώ με την κοινή έννοια του όρου, καθώς οι εκλογές αποτελούν από μόνες τους μια πράξη πολιτικής συμμετοχής, αλλά μάλλον ως μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ευκαιρία για τον εκλογέα να εκφράσει την πολιτική του βούληση (στο πλαίσιο της εξατομικευμένης ψηφοφορίας με ψηφοδέλτιο ή με λίστα) και να αποκαλύψει τις προτιμήσεις του στους προσφερόμενους συνδυασμούς κόστους και ποιότητας-ποσότητας δημοτικών υπηρεσιών. Η ευκαιρία αυτή συνδέεται με την ισχυρότερη ή ασθενέστερη σχέση, γνώση, ευθύνη και ταυτότητα μεταξύ των ψηφοφόρων και των εκλεγμένων. Η επάρκεια της συμμετοχής, που επιτρέπεται από ένα εκλογικό σύστημα, εξασφαλίζεται με την εξατομικευμένη ψήφο. Εάν η εξατομικευμένη και φυσικά η μυστική ψήφος δεν είναι δυνατή, τότε η συμμετοχή είναι πολύ περιορισμένη. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι μερικές φορές υπάρχει σύνδεση μεταξύ της αποδοχής του συστήματος και της συμμετοχής στις εκλογές. Μια χαμηλή προσέλευση μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα, ιδίως από την άποψη της επαρκούς εκπροσώπησης. Ως εκ τούτου, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για να ενθαρρυνθεί η προσέλευση και να διατηρηθεί στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.

Απλότητα / κατανόηση

Η συμμόρφωση με τα κριτήρια της εκπροσώπησης, της συγκέντρωσης και της συμμετοχής οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα πιο περίπλοκο εκλογικό σύστημα από αυτό που θα προέκυπτε αν κάποιος προσπαθούσε να ικανοποιήσει ένα μόνο από τα παραπάνω κριτήρια. Εντούτοις, είναι απαραίτητο το εκλογικό σώμα να κατανοήσει το εκλογικό σύστημα, αλλά και να είναι σε θέση να προβλέψει τα αποτελέσματα των ψήφων του. Στην πραγματικότητα, υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ της κατανόησης του συστήματος και της διαφάνειας του.

Διαφάνεια

Το κριτήριο αυτό αναφέρεται κυρίως στη διαφάνεια του συστήματος έναντι των μέσων μαζικής επικοινωνίας, των οικονομικών παραγόντων των ισχυρών τοπικών Lobby κα, στις διαδικασίες εποπτείας (ιδίως εκείνες που αφορούν το κοινό) και το δικαίωμα προσφυγής κατά των παρατυπιών. Αν και δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε πώς θα σταθμίσουμε αυτά τα διαφορετικά κριτήρια, ωστόσο η ισορροπία πρέπει να προβλεφθεί από τον νομοθέτη ανάλογα με την περίπτωση, ενώ το σύστημα πρέπει να εξελιχθεί σύμφωνα με τις προσδοκίες των πολιτών.

Νομιμοποίηση

Στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα τελευταίο κριτήριο που περιλαμβάνει όλα τα άλλα, η νομιμοποίηση. Αναφέρεται στην αποδοχή, εκ μέρους των πολιτών, των εκλογικών αποτελεσμάτων, του εκλογικού συστήματος και του πολιτικού συστήματος συνολικά – με άλλα λόγια, με μια σύγχρονη δυτική έννοια, της δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διασφαλίζεται η διαφάνεια του εκλογικού συστήματος και της λειτουργίας του. Αυτό αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη νομιμοποίηση του συστήματος και την καλύτερη εγγύηση της εξέλιξής του, σύμφωνα με τις προσδοκίες των πολιτών. Στην πραγματικότητα, είναι σχεδόν αδύνατο να είναι αποδεκτό ένα μη διαφανές σύστημα.

 

Εδαφική Οργάνωση και Τοπικές Εκλογές

Αριθμός τοπικών αρχών και πληθυσμός

Δεν είναι εφικτό να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε τις διαφορετικές επιλογές που υιοθετούνται σχετικά με τα εκλογικά συστήματα σε τοπικό επίπεδο, αν δεν λάβουμε υπόψη μας την εδαφική οργάνωση των χωρών. Στην πραγματικότητα, η επιλογή εκλογικού συστήματος επηρεάζεται και από παραμέτρους όπως είναι ο αριθμός των υποεθνικών αρχών και το πληθυσμιακό τους μέγεθος. Ο συνολικός αριθμός των τοπικών αρχών, σε συνδυασμό με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό δείκτη για τις τοπικές εκλογές. Συνεπώς, αν ο αριθμός των δήμων είναι μεγάλος και ο μέσος πληθυσμός σχετικά μικρός, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι δημοτικές εκλογές λαμβάνουν έναν πιο «τοπικό» χαρακτήρα αντικατοπτρίζοντας, για παράδειγμα, τη δύναμη των τοπικών κομματικών συστημάτων. Αντίθετα, ένας μειωμένος αριθμός δήμων και ένας σχετικά υψηλός μέσος πληθυσμός μπορεί να προσδώσει έναν πιο εθνικό χαρακτήρα στην τοπική πολιτική, δηλαδή μια βαθύτερη διείσδυση των τοπικών δομών εκπροσώπησης από τα εθνικά πολιτικά κόμματα. Τι συμβαίνει όμως όταν έχουμε έναν συνδυασμό διαφορετικών πληθυσμιακά δήμων (μικρών και μεγάλων), όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας; Μπορούμε να ακολουθήσουμε ένα ενιαίο εκλογικό σύστημα ή πρέπει να διαφοροποιήσουμε την εκλογική διαδικασία με βάση αυτές τις παραμέτρους.

Το μέγεθος του πληθυσμού και το μέγεθος των δημοτικών συμβουλίων

Το μέγεθος του συμβουλίου εξαρτάται από το μέγεθος του πληθυσμού στην περιοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως άλλωστε συμβαίνει στην Ελλάδα. Έτσι, ο αριθμός των εδρών είναι υψηλότερος στις τοπικές αρχές με μεγαλύτερο πληθυσμό. Γενικά, ο αριθμός των εδρών καθορίζεται από το νόμο. Ωστόσο, για παράδειγμα, στην Νορβηγία και την Σουηδία, το ίδιο το δημοτικό συμβούλιο καθορίζει τον αριθμό των εκπροσώπων του.

Μέγεθος της τοπικής αρχής και είδος εκλογικών συστημάτων

Θα μπορούσε κανείς να περιμένει ότι το εκλογικό σύστημα είναι το ίδιο σε όλες τις αρχές που ανήκουν στην ίδια βαθμίδα διακυβέρνησης, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλες ή μικρές είναι. Ωστόσο, σε ορισμένες χώρες, το εκλογικό σύστημα διαφέρει ανάλογα με το μέγεθος του συμβουλίου και το μέγεθος του πληθυσμού της εν λόγω αρχής. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου ακολουθείται ενιαίο εκλογικό σύστημα, στο σύνολο της χώρας, ανεξάρτητα από το πληθυσμιακό μέγεθος του κάθε δήμου. Αντίθετα, στην Γαλλία για παράδειγμα, υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των εκλογικών συστημάτων ανάλογα με το αν οι δήμοι έχουν περισσότερους ή λιγότερους από 3.500 κατοίκους, ενώ περαιτέρω διαφοροποίηση υπάρχει για τους μικρότερους δήμους, όπου το όριο είναι 2.000 κάτοικοι. Στην Ιταλία, το όριο είναι οι 15.000 κάτοικοι. Στην Ισπανία υπάρχουν τρία διαφορετικά εκλογικά συστήματα ανάλογα με τον πληθυσμό του κάθε δήμου: α) Δήμοι με λιγότερο από 100 κατοίκους εφαρμόζουν ένα σύστημα γνωστό ως «ανοιχτό συμβούλιο» (δεν υπάρχει εκλεγμένο συμβούλιο, αλλά μία συνέλευση κατοίκων με επικεφαλής τον δήμαρχο που εκλέγεται άμεσα, με τη σχετική πλειοψηφία), β) Δήμοι με πληθυσμό από 100 – 250 κατοίκους μπορούν να επιλέξουν το προηγούμενο σύστημα ή εναλλακτικά 5 σύμβουλοι εκλέγονται με σχετική πλειοψηφία από ένα σύστημα ανοιχτής λίστας, και γ) Δήμοι με 250 ή περισσότερους κατοίκους, όπου η κατανομή γίνεται με αναλογικό σύστημα κλειστής λίστας. Τέλος, στην Σλοβενία το σύστημα της πλειοψηφίας εφαρμόζεται σε Δήμους με λιγότερο από 3.000 κατοίκους, με τους υπόλοιπους Δήμους να χρησιμοποιούν το σύστημα της αναλογικής εκπροσώπησης.

Αυτό που φαίνεται από τα παραπάνω είναι ότι, ανάλογα με το μέγεθος, τα εκλογικά συστήματα διαφέρουν σε δήμους που βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές του πληθυσμιακού ορίου. Ενώ σε ένα μικρό δήμο ένας ορισμένος τύπος εκλογικού συστήματος μπορεί να αντιστοιχεί στον πιο ομοιογενή χαρακτήρα της τοπικής αρχής, σε έναν κοινωνικά σύνθετο δήμο με περισσότερους από έναν δεδομένο αριθμό κατοίκων, ένα διαφορετικό εκλογικό σύστημα μπορεί να είναι πιο κατάλληλο για την εκπροσώπηση αυτής της ετερογενούς κοινωνικής δομής. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει, με βάση τα παραπάνω, για την περίπτωση της Ελλάδας είναι το κατά πόσο θα πρέπει να επιμένουμε στη διατήρηση ενιαίου εκλογικού συστήματος σε μία χώρα με ακραίες αντιθέσεις ανάμεσα στους δήμους της. Είναι αποτελεσματικό ο δήμος της Αθήνας να έχει το ίδιο εκλογικό σύστημα με τον δήμο Γαύδου για παράδειγμα, όταν πρόκειται για ενότητες με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά (πληθυσμιακό μέγεθος) και ιδιαιτερότητες;

Ταυτόχρονες εκλογές σε ολόκληρη τη χώρα

Συνήθως, οι δημοτικές εκλογές διεξάγονται ταυτόχρονα σε ολόκληρη τη χώρα. Στα ομοσπονδιακά κράτη, οι ημερομηνίες των εκλογών ποικίλλουν ανάλογα με το στάτους που έχει το καθένα (ομόσπονδο κράτος, καντόνι, περιφέρεια κλπ.). Τέτοια είναι η περίπτωση στην Αυστρία, όπου οι ημερομηνίες των δημοτικών εκλογών ποικίλλουν, αλλά όχι και στο Βέλγιο. Η διαφορά αυτή οφείλεται στο κατά πόσον κάθε κρατίδιο είναι αρμόδιο για τη δική του εκλογική νομοθεσία. Η κατάσταση στην Ιταλία και την Ισπανία, που μπορούν να θεωρηθούν ως ομόσπονδες χώρες,  μπορεί να εξεταστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Στην Ιταλία, οι περιφέρειες, με ειδικό νόμο έχουν νομοθετική αρμοδιότητα στον τομέα των τοπικών εκλογών και ως εκ τούτου το χρονοδιάγραμμα που θεσπίζει ο εθνικός νόμος δεν είναι υποχρεωτικό για αυτές. Στην Ισπανία, αντίθετα, το χρονοδιάγραμμα για τις τοπικές εκλογές είναι το ίδιο για όλες τις αυτόνομες κοινότητες.

 

Το δικαίωμα του εκλέγειν στις τοπικές εκλογές

Ηλικία, εθνικότητα και κατοικία

Εκτός από τις περιπτώσεις όπου η έλλειψη εκλογικών δικαιωμάτων εξαρτάται από την ψυχική ασθένεια ή είναι αποτέλεσμα κυρώσεων, 3 είναι οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν το δικαίωμα ψήφου: ηλικία, εθνικότητα και κατοικία.

Σε όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης (με εξαίρεση ορισμένα γερμανικά ομόσπονδα κράτη), το δικαίωμα ψήφου αρχίζει στην ηλικία των 18 ετών. Σε ορισμένα αυστριακά ομόσπονδα κρατίδια οι κάτοικοι έχουν δικαίωμα ψήφου μόνο στην ηλικία των 19 ή 20. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, η μείωση της ηλικίας των εκλογέων από τα 18 στα 16 έτη είναι υπό συζήτηση. Παρόμοια συζήτηση άλλωστε έχει ξεκινήσει και στην Ελλάδα.

Στα περισσότερα κράτη το δικαίωμα ψήφου χορηγείται στους υπηκόους, ωστόσο πλέον, η ευρωπαϊκή νομοθεσία ορίζει ότι κάθε πολίτης της ΕΕ, που κατοικεί σε κράτος-μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος, έχει το δικαίωμα να συμμετέχει σε δημοτικές εκλογές σε αυτό το κράτος, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, με την επιφύλαξη να υπάρχουν λεπτομερείς ρυθμίσεις σε περίπτωση ειδικών προβλημάτων.

Όσον αφορά στη διαμονή, γενικά, η μόνη απαίτηση είναι να είναι εγγεγραμμένος στους τοπικούς εκλογικούς καταλόγους, κατά την περίοδο κατάρτισής τους. Ζητήματα ετεροδημοτών, που επικρατούν στην Ελλάδα δεν φαίνεται να εμφανίζονται ή να επηρεάζουν τα εκλογικά δικαιώματα.

Υποχρέωση ψήφου

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, μεταξύ των χωρών της ΕΕ λίγες είναι αυτές που επιβάλλουν την υποχρέωση ψήφου. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια τάση στις δυτικές δημοκρατίες να καταργήσουν την υποχρεωτική ψηφοφορία, ακόμη και στις χώρες όπου αυτή ισχύει παραδοσιακά (όπως η Ολλανδία και η Ιταλία). Παρ ‘όλα αυτά, οι πολιτικοί επιστήμονες συζητούν, εδώ και καιρό, το ζήτημα της (εκ νέου) εισαγωγής της υποχρεωτικής ψηφοφορίας, ως μέτρο για την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής στις τοπικές εκλογές.

 

 

Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές

Προϋποθέσεις επιλεξιμότητας: ηλικία, εθνικότητα και κατοικία

Υπάρχει έντονη ομοιότητα μεταξύ των προϋποθέσεων του δικαιώματος ψήφου και των προϋποθέσεων για δικαίωμα υποψηφιότητας. Σε πολλές χώρες, όλοι οι τακτικοί εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι μπορούν να είναι υποψήφιοι. Σε άλλες χώρες είναι δυνατόν να παρατηρηθούν διαφορές, όσον αφορά στους όρους σχετικά με την ηλικία, την εθνικότητα και τη διαμονή. Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις τοπικές εκλογές αρχίζει συνήθως από την ηλικία των 18 ετών.

Όσον αφορά στην ιθαγένεια, οι εξαιρέσεις είναι σχεδόν ίδιες με εκείνες που αφορούν στο δικαίωμα ψήφου ορισμένων αλλοδαπών. Τέλος, όσον αφορά στο μόνιμο τόπο διαμονής, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι δεν είναι πάντοτε απαραίτητο οι υποψήφιοι να διαμένουν στην κοινότητα όπου εκλέγονται. Έτσι, η διαμονή στο εσωτερικό της τοπικής αρχής δεν αποτελεί απαίτηση στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία και την Τουρκία.

 

Συμπεράσματα

 

Η μέχρι τώρα παρουσίαση της μελέτης του Συμβουλίου της Ευρώπης, σχετικά με τα εκλογικά συστήματα, αφήνει να φανεί ότι η εκλογική διαδικασία, ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο είναι αποτέλεσμα μιας σειρά παραμέτρων, που δεν μπορούν να μην ληφθούν υπόψη. Τα τοπικά εκλογικά συστήματα δεν είναι όμοια στο σύνολο των ευρωπαϊκών δήμων, αλλά αντίθετα ποικίλλουν ανάλογα με τις ιστορικές σχέσεις πολιτών και πολιτικών παρατάξεων, συνηθειών που έχουν διαμορφωθεί στο πέρασμα του χρόνου, αλλά και τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Το πιο σημαντικό όμως παραμένει το γεγονός ότι στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης το εκλογικό σύστημα δεν είναι ενιαίο ούτε καν μέσα στα ίδια τα όρια της κάθε χώρας, με τους μικρότερους δήμους να υιοθετούν διαφορετικές εκλογικές διαδικασίες από ότι οι πληθυσμιακά μεγαλύτεροι. Βασικό στοιχείο στην επιλογή αυτή είναι να βρεθεί το σύστημα εκείνο που θα επιτρέπει την καλύτερη δυνατή εκπροσώπηση και αντιπροσώπευση στις τοπικές κοινωνίες.

 

Στο επόμενο άρθρο θα εστιάσουμε, όπως προαναφέρθηκε, σε θέματα ειδικού ενδιαφέροντος, όπως είναι οι εκλογές των δημοτικών συμβουλίων, αλλά και του δημάρχου, παρουσιάζοντας παράλληλα και τις εμπειρίες από τα κράτη – μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Δήμων και Περιφερειών.

 

[1] Council of Europe, Electoral Systems and Voting Procedures at Local level, Strasbourg, 1999

[2]CEMR, Local and Regional Governments in Europe, Structure and Competences, 2016

 

Ετικέτες:
 
 
Υλοποιημένο με το Ελεύθερο Λογισμικό, Wordpress. To σύνολο του περιεχομένου (εκτός από φωτογραφίες), εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά, ειναι διαθέσιμο με άδεια Creative Commons.

Όροι Χρήσης | Προστασία Δεδομένων
Newsletter
Eπικοινωνία

Τηλ: (+30) 213-2147500
Email: | Φόρμα Επικοινωνίας.. »
Διεύθυνση: Ακαδημίας 65 & Γενναδίου 8, 1ος όροφος